Η Πράσινη Οπτική για τις Εξορύξεις

Παρεμβάσεις των Οικολόγων Πράσινων

Η χαμένη τιμή του «Μπάμπη», της «Λίτσας» και του «Μανάβη»

της Ελεάννας Ιωαννίδου

Δεν συνηθίζω να σχολιάζω δικογραφίες. Αυτή τη φορά θα κάνω μιαν εξαίρεση, γιατί είμαι σίγουρη πως δεν κινδυνεύει από το σχολιασμό μου κανένα ανακριτικό έργο, γιατί η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά στην κοινωνία και τη δημοκρατία μας -έχει ήδη άλλωστε πάρει δημοσιότητα – και γιατί, για όσους βλέπουν την υπόθεση από κάποια απόσταση, είναι κωμικοτραγική.  Από το γεγονός και μόνο ότι κάποιοι άνθρωποι κατηγορούνται, γιατί, με τη δράση τους εναντίον της εξόρυξης χρυσού στο βουνό που μετατρέπεται σε κρανίου τόπο, «έθεσαν σε κίνδυνο το τουριστικό περιβάλλον της Χαλκιδικής», η ανάγνωση της δικογραφία μας ξεκινάει με ένα μειδίαμα.

Να σημειώσω πως η συγκεκριμένη δικογραφία αφορά σε περιστατικά που έγιναν στη Χαλκιδική από τα μέσα Μαΐου μέχρι τον Ιούλιο 2013: μια διαδήλωση, όπου τραυματίστηκε αστυνομικός, δυο περιστατικά φθορών στο κατάστημα της προέδρου του Δ.Δ. Ιερισσού, φθορές με γκαζάκια σε αυτοκίνητο εργαζομένων στην εταιρία και τα επεισόδια σε ενέδρα που στήθηκε από τραμπούκους σε διαδηλωτές κατά του χρυσού κατά την επιστροφή τους από διαδήλωση(!). Δεν έχει καμία σχέση με τη δικογραφία που σχηματίστηκε για την εμπρηστική επίθεση στο παράνομο (σύμφωνα με την πολεοδομία) εργοτάξιο των Σκουριών. Το λέω αυτό, γιατί κάποιοι ενδέχεται -ηθελημένα ή ακούσια – να τα μπερδέψουν. Έναν πολύ καλό, αναλυτικό και έγκυρο σχολιασμό για την δικογραφία μας, μπορείτε να δείτε εδώ. Εγώ απλά θα προσθέσω μερικές πινελιές για την φοβερή «εγκληματική οργάνωση» που μπορεί μεν τα μέλη της να μην ταυτοποιήθηκαν  με έκνομες ενέργειες, αλλά «συνδέονται βασίμως» με αυτές.

Το διαβιβαστικό της Υποδιεύθυνσης Κρατικής Ασφαλείας προς την Εισαγγελία Θεσσαλονίκης, το λογοτεχνικό αυτό πόνημα των 56 σελίδων που συμπυκνώνει τα σοφά συμπεράσματα της αντιτρομοκρατικής για μια δικογραφία 3.500 σελίδων, η οποία αποτελείται ως επί το πλείστον από παρακολουθήσεις τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, ξανοίγεται στο χώρο του φανταστικού, δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα μυθιστόρημα μέσα σε ένα άλλο μυθιστόρημα. Παράλληλα με τις γραμμές του, ο μυημένος αναγνώστης, μπορεί να διαβάσει την άλλη ποινική δικογραφία για την εξόρυξη χρυσού, μια δικογραφία που, όμως, ποτέ δεν σχηματίστηκε: Που θα έπρεπε να ξεκινάει από το οικονομικό σκάνδαλο της χαριστικής μεταβίβασης από τον υπουργό – τότε, κύριο Πάχτα, μιας έκτασης που αντιστοιχεί σε πάνω απ’ το 1/10 της Χαλκιδικής, να ξαποσταίνει στην δημόσια διαβούλευση με κλοτσιές και μπουνιές από μπράβους της εταιρίας, να φτερουγίζει στην υπογραφή των περιβαλλοντικών όρων από υπόδικο, σήμερα, υπουργό, να σταματάει στην κατάχρηση αστυνομικής βίας και τους ατιμώρητους τραμπουκισμούς, να περνάει από φορολογικούς παραδείσους και χρηματιστήρια, να στέκεται στην εκτέλεση εργασιών καταστροφής του βουνού πριν βγουν οι σχετικές άδειες ή καθ’ υπέρβασή τους, να προσκυνάει στην παραλία που πήρε γαλάζια σημαία, ενώ απαγορεύεται αυστηρά η κολύμβηση και το ψάρεμα δίπλα της, και να καταλήγει στο πρόσφατο – τοξικό καθώς φαίνεται – ατύχημα κατά την παράνομη μεταφορά αρσενοπυρίτη και το τίγκα – στα –  βαρέα -μέταλλα πόσιμο νερό σε περιοχή της Χαλκιδικής. Με αυτή τη δικογραφία, όμως, δεν καταπιάνεται το «Τμήμα Προστασίας του Δημοκρατικού Πολιτεύματος» που συνέταξε το διαβιβαστικό. Διατρέχει, άλλωστε, όλο το κείμενο η αίσθηση ( που, καθώς διαβάζεις, μετατρέπεται σε πεποίθηση), ότι, για τα στελέχη της αστυνομίας που έχουν εντολή να «προστατεύουν το πολίτευμα», αυτό – σύμφωνα με την εντολή αυτή – προστατεύεται μόνο, όταν προστατεύονται με κάθε τρόπο τα συμφέροντα και η «εύρυθμη λειτουργία» μιας μεγάλης ιδιωτικής εταιρίας που καταστρέφει το μέλλον του τόπου.

Αρκετά, όμως, για τα περί προστασίας. Το ζουμί είναι αλλού. Καταρχάς στη φαντασία του λογοτέχνη που ξεκινά την αφήγησή του από τα βαθύτερα ενδόμυχα φρονήματα των ηρώων της ιστορίας που περιπλέκει με άγνωστες πτυχές της πραγματικότητας, καθώς οι ήρωες συνωμοτούν διαρκώς κι η κάθε λέξη τους συνθέτει ένα παζλ που μόνο οι αστυνομικοί μπορούν να δουν. Αν κάποιος αντιτίθεται στην εξόρυξη χρυσού, αν συναντιέται με τους «ομοίους» του, για να συζητήσουν νομικές κινήσεις ενάντια στην εταιρία, αν παρακολουθεί τις εργασίες της εταιρίας, για να διαπιστώσει αν τηρούνται οι άδειές της, είναι μέλος της εγκληματικής οργάνωσης. Αν τηλεφωνεί σε αντιεξουσιαστή που κι εκείνος (όπως και πολλοί καθηγητές πανεπιστημίου, βουλευτές, ευρωβουλευτές, πρώην υπουργοί, εκπρόσωποι σωματείων και συλλογικοτήτων, κόμματα, περιφερειακά και δημοτικά συμβούλια, δημόσιες υπηρεσίες που δεν εισακούστηκαν) έχει ταχθεί δημόσια κατά της επένδυσης, τότε ο ήρωας της ιστορίας μας με βεβαιότητα σχεδιάζει με τους συνενόχους του τις έκνομες ενέργειές τους.

Όταν σε κάποιον τηλεφωνικό διάλογο ένας κατηγορούμενος λέει σε έναν άλλο «έχω μια δουλειά»,  οι Κλουζό του Πολιτεύματος συμπεραίνουν ότι, αφού δεν δούλευε εκείνη την ώρα, «προφανώς συνωμοτούσε» . Φυσικά, επιρρήματα του τύπου «προφανώς» και «βασίμως» απαντώνται συχνά σε όλο το κείμενο, δεσμεύοντας τη σκέψη του αναγνώστη στη φαντασιακή πλοκή του συγγραφέα:

– Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, στα οποία τραυματίστηκε ο αστυνομικός, τα βασικά πειστήρια είναι αποτσίγαρα, νερό και καφές, τα οποία φέρουν το DNA κάποιων κατηγορουμένων και έχουν βρεθεί σε διάφορα σημεία κοντά στο σημείο, όπου η αντιτρομοκρατική τοποθετεί όποιον, υποτίθεται, πυροβόλησε  τον αστυνομικό. Κάλυκες, όχι, δεν έχουν βρεθεί. Επίσης, δεν έχει βρεθεί η έκθεση του Τμήματος Πυροβόλων Όπλων και Ιχνών Εργαλείων, η οποία θα λύσει το μέγα μυστήριο του πώς από ένα –υποτίθεται- κυνηγετικό όπλο διασποράς, από μία μεγάλη απόσταση, καταφέρνουν και συγκεντρώνονται πολυάριθμα σκάγια σε μια μικρή επιφάνεια. Δεν χρειάστηκε, φυσικά, να χάσουν χρόνο με λεπτομέρειες οι αστυνομικοί, αφού είναι προφανές ότι ύποπτοι είναι όσοι κατέχουν νόμιμα κυνηγετικό όπλο στο Δ.Δ. Ιερισσού (!). Θα έχει ενδιαφέρον να μάθουμε τι όπλο ήταν αυτό, που θα προστεθεί στα υπόλοιπα όπλα της εγκληματικής οργάνωσης τα οποία, ως τώρα, είναι τα γκαζάκια, οι σφεντόνες και τα δαγκώματα των γυναικών σε αστυνομικούς.

– Για τις επιθέσεις και φθορές στο κατάστημα της προέδρου της Ιερισσού, πολίτης της Ιερισσού κατηγορείται επειδή δημοσίευσε άρθρο με το οποίο ζητούσε, τρεις εβδομάδες  πριν, την παραίτηση της προέδρου. «Προφανώς», όπως γράφει η Ασφάλεια, με τον τρόπο αυτό την στοχοποίησε.  Στην Ιερισσό η δημόσια κριτική σε βάζει σε μπελάδες.

– Η ενοχή ενός άλλου κατηγορουμένου προκύπτει από το γεγονός ότι μετά την επίθεση έλαβε τηλεφώνημα από τον σύζυγο της προέδρου που τον κατηγόρησε ότι φταίει αυτός. Μιλάμε για ακλόνητο στοιχείο ενοχής.

– Στις περιπτώσεις με τα γκαζάκια σε Ι.Χ. εργαζομένων, πάλι δεν υπάρχει ταυτοποίηση προσώπων με πράξεις, αλλά υπάρχουν ζημιές στην βαφή ενός οχήματος, κόστους 7.000 ευρώ (ούτε να βάφαμε τον Λευκό Πύργο κιτρινόμαυρο, τόσο ακριβά). Επίσης, ο αναγνώστης του διαβιβαστικού δεν μπορεί να μην θαυμάσει  τις ερευνητικές αρχές που εντόπισαν ότι κανένα super market της Ιερισσού δεν πουλάει την μάρκα από τα επίμαχα γκαζάκια, ενώ αντίθετα πουλιούνται σε δύο mini market, εκ των οποίων – ω τι έκπληξη – το ένα ανήκει σε έναν από τους κατηγορούμενους. Με αυτή τη λογική αναμένονται αθρόες συλλήψεις ψιλικατζήδων που πουλάνε γκαζάκια, αν τύχει οι μάρκες τους να έχουν χρησιμοποιηθεί σε παρόμοιες επιθέσεις.

– Για το ότι οι «αντιφρονούντες» της επένδυσης κατηγορούνται και για επεισόδια που προέκυψαν κατά την επιστροφή τους από συγκέντρωση διαμαρτυρίας, όταν στην ουσία τους έστησαν ενέδρα άνθρωποι της εταιρίας, δεν σχολιάζω άλλο.

Το πόσο καλπάζει η φαντασία και τα αλληλοδιαδοχικά συμπεράσματα επί εικασιών του συγγραφέα του διαβιβαστικού, σας αφήνω να το μετρήσετε μόνοι. Για να έχετε καθαρή σκέψη, αποφύγετε τα άρθρα του antigold και του ierissiotes που συνδράμουν, κατά την Ασφάλεια, στο φοβικό κλίμα. Αντίθετα, τα άρθρα του politesaristoteli, για το οποίο έχει γραφτεί πολλάκις ότι πίσω του βρίσκεται η εταιρεία, αποτελούν αδιάσειστα  στοιχεία για τη δικογραφία. Οι καλές μας διωκτικές αρχές αποφασίζουν πριν από μας για εμάς ποιο μέσο είναι αντικειμενικό και ποιο όχι. Ταυτόχρονα, φοράνε την «κουκούλα» και αντιμετωπίζουν ως «προστατευόμενο μάρτυρα» όποιον με όποια κίνητρα γράφει στο συγκεκριμένο blog.

Μιας και γίνεται λόγος για δημιουργία φοβικού κλίματος, χαρακτηριστική είναι περίπτωση του Τόλη Παπαγεωργίου, η οποία αποτελεί την επιτομή της φρονηματικής δίωξης. Εφόσον σκοπός της εγκληματικής οργάνωσης είναι, κατά την Αντιτρομοκρατική, «η ματαίωση ή η καθυστέρηση» της επένδυσης, οποιοσδήποτε τοποθετείται αρνητικά, διαδηλώνει ή γενικά αντιτίθεται στην εξόρυξη, δεν μπορεί παρά να είναι μέλος συμμορίας. Έτσι και ο Παπαγεωργίου, γνωστός εκπρόσωπος του τοπικού κινήματος κατά της εξόρυξης, στην διαδήλωση πριν τα επεισόδια εμφανίζεται στις αρχές και ζητάει την εφαρμογή του νόμου, δηλαδή την παρέμβαση της αστυνομίας, για να σταματήσουν έργα που, μπροστά στα μάτια της, εκτελούνταν χωρίς άδεια. Η ίδια η υπηρεσία πιστοποιεί ότι ο κατηγορούμενος είχε φύγει, όταν έγιναν τα επεισόδια, αλλά πολίτης που σήμερα, σε αυτή την χώρα, έχει το θράσος να ζητάει  το δίκαιο, αποτελεί σίγουρα εγκέφαλο σπείρας.

Ακλόνητο, επίσης, το αποδεικτικό στοιχείο της συνέντευξης του μάστορα της συνωμοσίας στην εφημερίδα Δημοκρατία. Εκεί, όπως διαβάζουμε στην αναφορά της αντιτρομοκρατικής, περιγράφει την κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά από τις προφυλακίσεις των Ιερισσιωτών.  Αφού όμως η εν λόγω έκρυθμη κατάσταση διαμόρφωσε τις συνθήκες που διευκόλυναν να πραγματοποιηθούν οι φθορές με τα γκαζάκια, είναι προφανής η ευθύνη του κατηγορουμένου. Σταθείτε και σκεφτείτε το μια στιγμή, ο αρχισυνωμότης δίνει συνέντευξη και περιγράφει την έκρυθμη κατάσταση, άρα ευθύνεται και για αυτή. Και τώρα προβληματιστείτε όχι μόνο για το επίπεδο της Δημοκρατίας μας, αλλά και για το πού πηγαίνουν οι φόροι που πληρώνουμε.

Ως επίλογος, ο τίτλος, που είναι δανεισμένος από τον τίτλο του βιβλίου του Χάινριχ Μπελ, «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ». Τα φαντασιόπληκτα συμπεράσματα παρακολουθήσεων που, συνδέοντας τυχαία γεγονότα, στοχοποιούν με ευκολία ανθρώπους και καταστρέφουν τις ζωές τους είναι το κοινό νήμα των δύο ιστοριών. Και αν, στην περίπτωση του βιβλίου, το κίνητρο είναι οι πωλήσεις του κίτρινου τύπου, στην περίπτωσή μας, ο στόχος είναι προφανώς η παύση του αγώνα των κατοίκων ενάντια στα μεταλλεία που κλέβουν το μέλλον τους, μέσω της σπίλωσης και της τρομοκράτησής τους. Κάπως έτσι, κινδυνεύουν να βρεθούν στο εδώλιο άνθρωποι που φέρονται να επιλέγουν συνωμοτικά ονόματα από την εργασία τους, ή τα χαϊδευτικά τους. Τη γραμμή, άλλωστε, την έδωσε στην αντιτρομοκρατική ο ίδιος ο πρωθυπουργός: «Όποιος αμφισβητεί την επιτυχία της κυβέρνησης, ωθεί τη χώρα στον εξτρεμισμό».

Υ.Γ. Μιας κι έχω κι εγώ δημόσια τοποθετηθεί ενάντια στην εξόρυξη χρυσού, έχω συμμετάσχει σε συζητήσεις για νομικές ενέργειες για την αποτροπή της, έχω συνομιλήσει με κατηγορούμενους και αντιεξουσιαστές, πήγα σε διαδηλώσεις, συναυλίες κλπ., παρακαλώ τους φίλους να το σκεφτούν δυο φορές αν ποτέ θελήσουν να με αποκαλέσουν στο τηλέφωνο «Μαλάκα». Τρέμω με την ιδέα να το δω σε κάποια επόμενη  δικογραφία ως το συνωμοτικό μου όνομα.

Υ.Γ.2  Τα ονόματα που αναφέρονται στον τίτλο δεν είναι πραγματικά. Απέφυγα να χρησιμοποιήσω τα «συνωμοτικά» ονόματα που αποδίδει στους «υπόπτους» η Ασφάλεια, γιατί δεν θα ήθελα, χωρίς την άδειά τους, να δημοσιοποιήσω ονόματα, με τα οποία είναι πολύ γνωστοί στην μικρή τοπική κοινωνία τους.

 

_______________________

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 18/10/2013 στο tvxs.gr

Leave a reply